εν αντιθέσει
•
- αντιθέτως προς Βικιλεξικό
- σε αντίθεση με (κάτι άλλο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εν αντιθέσει < (καθαρεύουσα) ἐν ἀντιθέσει < ἐν, ἀντιθέσει (δοτική ενικού του ἀντίθεσις) → δείτε τις λέξεις εν και αντίθεση • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →