ἐνθήκη
•
- περιουσία Βικιλεξικό
- 13ος/14ος αιώνας ⌘ Πουλολόγος, ανωνύμου, στίχ 323, (322-325), στο Carmina graeca Medii Aevi, ed. Wilhelm Wagner, in aedibvs B.G. Tevbneri, 1874, σελ.189 @archive.org
Ετυμολογία
ἐνθήκη < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἐνθήκη
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →