ἐπιβάτις
•
- καθαρεύουσαη επιβάτρια, θηλυκό του ἐπιβάτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ἐπιβάτις < ελληνιστική κοινή ἐπιβάτ(ης) (στην ελληνιστική σημασία) + κατάληξη θηλυκού -ις, γενική: -ιδος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →