Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἐπικονίασις

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. βοτανικήη επικονίαση Βικιλεξικό
  2. η επίστρωση με κονίαμα, το ασβέστωμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ἐπικονίασις < (ελληνιστική κοινή) ἐπικονιῶ, ἐπικονιά(ω) + -σις < ἐπί + κονία < κόνις :: Η λέξη πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1890 από τον Κωνσταντίνο Μητσόπουλο

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →