Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἐρημικῶς

επίρρημα
•
  1. καθαρεύουσαερημικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ἐρημικῶς < ελληνιστική κοινή ἐρημικ(ός) + -ῶς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →