Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἐσθής

/eˈsθis/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εσθήτα Βικιλεξικό
    • 1866 Ἐμμανουὴλ Ροΐδης, Ἡ Πάπισσα Ἰωάννα, Μέρος Α΄
    • 1892 Αλεξάνδρα Παππαδοπούλου. Η καλή μοίρα. Εστία, 32, 1892, σελ.81 @books.google

Ετυμολογία

ἐσθής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐσθής

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →