Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἐχθρότης

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εχθρότητα Βικιλεξικό
    • (χρήση καθαρεύουσας σε νεότερο κείμενο) εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 02.08.2014^((νεκρός σύνδεσμος))

Ετυμολογία

ἐχθρότης < αρχαία ελληνική ἐχθρ(ός) + -ότης

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →