ελκυσμός
•
- λόγιοτο τράβηγμα, η έλξη Βικιλεξικό
- ειδικότεραη δύναμη που δημιουργείται από την κίνηση αερίων σε ένα αγωγό (φυσικός ελκυσμός - προκύπτει από τη γεωμετρία του χώρου / τεχνητός ελκυσμός που προκύπτει από χρήση μηχανικών μέσων) Βικιλεξικό
- Στους ατμοσφαιρικούς λέβητες όμως, η καπνοδόχος πρέπει να έχει τον κατάλληλο ελκυσμό (τράβηγμα) (Στοιχεία Σχεδιασμού Κεντρικών Θερμάνσεων, 2013-2014)
- ειδικότερααναγκαία ελκτική δύναμη για την κίνηση οχήματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελκυσμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἑλκυσμός < ἑλκύω ἑλκυσ- + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελκυσμός | ελκυσμοί |
| Γενική | ελκυσμού | ελκυσμών |
| Αιτιατική | ελκυσμό | ελκυσμούς |
| Κλητική | ελκυσμέ | ελκυσμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →