Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελκυσμός

/el.ciˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λόγιοτο τράβηγμα, η έλξη Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραη δύναμη που δημιουργείται από την κίνηση αερίων σε ένα αγωγό (φυσικός ελκυσμός - προκύπτει από τη γεωμετρία του χώρου / τεχνητός ελκυσμός που προκύπτει από χρήση μηχανικών μέσων) Βικιλεξικό
    • Στους ατμοσφαιρικούς λέβητες όμως, η καπνοδόχος πρέπει να έχει τον κατάλληλο ελκυσμό (τράβηγμα) (Στοιχεία Σχεδιασμού Κεντρικών Θερμάνσεων, 2013-2014)
  3. ειδικότερααναγκαία ελκτική δύναμη για την κίνηση οχήματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελκυσμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἑλκυσμός < ἑλκύω ἑλκυσ- + -μός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήελκυσμόςελκυσμοί
Γενικήελκυσμούελκυσμών
Αιτιατικήελκυσμόελκυσμούς
Κλητικήελκυσμέελκυσμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ἑλκυσμός

ουσιαστικό
•
  1. ιατρικήo ελκυσμός Βικιλεξικό
    • ..έτερον επίσης υψίστης κλινικής σπουδαιότητος σύμπτωμα είναι ο ελκυσμός, ο σχηματισμός δηλ. κοιλότητος κατά την εισπνοήν επί του επιγαστρίου.. (στο Σύγγραμμα περιοδικόν, 1908 τόμ. 30-31, σελ. 44)
  2. o ελκυσμός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →