Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελληνικά

/e.li.niˈka/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ελληνική γλώσσα σε όλες τις ιστορικές της περιόδους και όλες τις ποικιλίες (διαλέκτους και ιδιώματα) Βικιλεξικό
  2. ειδικότερατα νέα ελληνικά Βικιλεξικό
    • Μιλάει άπταιστα ελληνικά.

Ετυμολογία

ελληνικά < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἑλληνικά, Ἑλληνικά, ἑλληνική, Ἑλληνική < μεσαιωνική ελληνική ἑλληνικά < αρχαία ελληνική ἑλληνική (γλῶσσα). Πρόκειται για ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ελληνικός στον πληθυντικό.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήελληνικάελληνικά
Γενική—ελληνικών
Αιτιατική—ελληνικά
Κλητική—ελληνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ἑλληνικά

/e.li.niˈka/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πολυτονική γραφή του ελληνικά Βικιλεξικό
    • 1828 Ἀχμὲτ Νεπρεβίστα, Ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Κίτσο Τζαβέλα, 8. 9. 1828
    • 1917 ⌘ Κωνσταντῖνος Καβάφης, Γιὰ τὸν Ἀμμόνη, ποῦ πέθανε 29 ἐτῶν, στὰ 610
  2. καθαρεύουσατα ελληνικά Βικιλεξικό
    • 1828 Ἰωάννης Ἰσιδωρίδης Σκυλίσσης, Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1889, Σταθεῖτε, μὴ τρέχωμεν!, 8. 6. 1888

Ετυμολογία

ἑλληνικά < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήἑλληνικάτὰ / ἑλληνικά
Γενική—τῶν / ἑλληνικῶν
Αιτιατική—τὰ / ἑλληνικά
Κλητική—ἑλληνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ελληνικά

/e.li.niˈka/επίρρημα
•
  1. χρησιμοποιώντας την ελληνική γλώσσα Βικιλεξικό
  2. με ελληνικό τρόπο, σύμφωνα με τα ελληνικά έθιμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελληνικά < ελληνικ(ός) + -ά.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →