Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἑπτάψυχος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. καθαρεύουσαεπτάψυχος, που πεθαίνει δύσκολα Βικιλεξικό
    • Ἑπτάψυχος (ὁ), qui a sept âmes, f; [μεταφ.] qui a la vie dure] (Άγγελος Βλάχος, Λεξικόν Ελληνογαλλικόν, Αθήνα, 1871, σελ. 216 https://www.google.gr/books/edition/Lexikon_Hell%C4%93nogallikon/T2hHAAAAYAAJ?hl=el&gbpv=1&pg=PA216&printsec=frontcover)
    • Ὁ Φρέντερικ Πρίστ ἕνας Ἄγγλος καρδιοπαθής ἡλικίας 56 ἐτῶν μπορεῖ νά μήν εἶναι ἑπτάψυχος ἀλλά τρίψυχος εἶναι ὁπωσδήποτε., εφημ. Θάρρος, Σάββατο 12 Ιουλίου 1969, αρ. φύλλου 11339 (https://tharrosdrama.gr/wp-content/uploads/2023/10/12-07-1969-001.pdf)

Ετυμολογία

ἑπτάψυχος < ἑπτά + ψυχή. Μορφολογικά αναλύεται σε επτά- + -ψυχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήἑπτάψυχοςἑπτάψυχηἑπτάψυχον
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →