ἔναυλος
•
- στάβλος, μαντρί Βικιλεξικό
- καταφύγιο - κατοικία Βικιλεξικό
- χείμαρρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ἔναυλος < εν- + αυλή / εν- + αυλός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ἔναυλος < εν- + αυλή / εν- + αυλός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
ἔναυλος < εν- + αυλή / εν- + αυλός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →