Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ὀτζάκι

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. οικογένεια Βικιλεξικό
    • Δέν ἔχεις κρῖμ' ἀφένδη μου 'ς ἐλόγου σου λιγάκι , Νὰ χάσῃς κεῖνο τὸ παιδὶ νὰ τοῦ κλεισθῇ τ ̓ ὀτζάκι; (Κ. Ν. Σάθας, Ἱστορικαί Διατριβαί, 1870. σελ. 141 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9A_%CE%9D_%CE%A3%CE%B1%CE%B8%CE%B1_%E1%BC%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%94%CE%B9/EzXa0M162dsC?hl=el&gbpv=1&dq=%E1%BC%90%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85&pg=PA141&printsec=frontcover)
    • ἐψήφισαν δέ καί βεζίρην ἕνα ζορμπάμπασην ἀπό τό ὀτζάκι των σπαχίδων Ἀλῆ ἀγᾶ, ἔκαμαν καί γενίτζερ ἀγασή ἀπό τό ὀτζάκι των γιανίτζαρων Κιουτζούκ Τζαούσην. (Καισάριος Δαπόντες, Χρονογράφος, σελ. 37 στη Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, επιστασία Κ. Ν. Σάθα, τόμος Γ΄, Βενετία, 1872)
    • Μιλεί των πασσάδων κι' ἀλλουνών, ὀτζάκια τῆς Ἀρβανιτιάς, τούς λέγει· " -"Πασσάδες καί μπέηδες, θά χαθοῦμε. Θά χαθοῦμε! (Ιωάννης Μακρυγιάννης 1794-1864, Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη)
  2. εστία, τζάκι Βικιλεξικό
  3. λάκκος Βικιλεξικό
  4. παιδικό παιχνίδι Βικιλεξικό
  5. οικογένεια με κληρονομικό χάρισμα θεραπευτών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ὀτζάκι < τουρκική ocak

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →