Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υγειονομικός

/i.ʝi.o.no.miˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαυπάλληλος μιας υγειονομικής υπηρεσίας Βικιλεξικό
    • Μέσα στο μήνα θα δοθεί η έκτακτη ενίσχυση στους χαμηλοσυνταξιούχους, τους δικαιούχους του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, τους υγειονομικούς και τους εργαζόμενους στο ΕΚΑΒ.

Ετυμολογία

υγειονομικός < καθαρεύουσα ὑγειονομικός. Συγχρονικά αναλύεται σε υγειονομία / υγειονόμος + -ικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυγειονομικόςυγειονομικοί
Γενικήυγειονομικούυγειονομικών
Αιτιατικήυγειονομικόυγειονομικούς
Κλητικήυγειονομικέυγειονομικοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ὑγειονομικός

/i.ʝi.o.no.miˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο υγειονομικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ὑγειονομικός < ὑγειονομ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήὑγειονομικόςὑγειονομικήὑγειονομικόν
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

υγειονομικός

/i.ʝi.o.no.miˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη δημόσια υγεία Βικιλεξικό
    • υγειονομική περίθαλψη

Ετυμολογία

υγειονομικός < καθαρεύουσα ὑγειονομικός. Συγχρονικά αναλύεται σε υγειονομία / υγειονόμος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυγειονομικόςυγειονομικήυγειονομικό
Γενικήυγειονομικούυγειονομικήςυγειονομικού
Αιτιατικήυγειονομικόυγειονομικήυγειονομικό
Κλητικήυγειονομικέυγειονομικήυγειονομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυγειονομικοίυγειονομικέςυγειονομικά
Γενικήυγειονομικώνυγειονομικώνυγειονομικών
Αιτιατικήυγειονομικούςυγειονομικέςυγειονομικά
Κλητικήυγειονομικοίυγειονομικέςυγειονομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →