Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ὑπανδρεία

/i.panˈðɾia/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. καθαρεύουσαη υπανδρεία (γάμος, παντρειά) Βικιλεξικό
    • 1891 ⌘ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Θέρος-Ἔρος

Ετυμολογία

ὑπανδρεία < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ὑπανδρεία, ὑπανδρία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

υπανδρεία

/i.panˈðɾi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιογάμος, παντρειά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπανδρεία < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑπανδρεία < μεσαιωνική ελληνική ὑπανδρεία, ὑπανδρία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπανδρείαυπανδρείες
Γενικήυπανδρείαςυπανδρειών
Αιτιατικήυπανδρείαυπανδρείες
Κλητικήυπανδρείαυπανδρείες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →