ὑπανδρεία
•
- καθαρεύουσαη υπανδρεία (γάμος, παντρειά) Βικιλεξικό
- 1891 ⌘ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Θέρος-Ἔρος
Ετυμολογία
ὑπανδρεία < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ὑπανδρεία, ὑπανδρία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →