Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ῥαχῖτις

/ɾaˈçi.tis/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήη ραχίτιδα Βικιλεξικό
    • 1888 Δρ. Φλς, Ἑστία, Τόμος 26, Τεύχος 659, Ὑγιεινῆ, ὁ λαιμὸς καὶ οἱ λαιμοδαίται, 14 Αυγούστου 1888
    • 1901 ⌘ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τρελλὴ Βραδυά

Ετυμολογία

ῥαχῖτις < (λόγιο δάνειο) νεολατινική rachitis < αρχαία ελληνική ῥαχ(ίτης) + -ῖτις : ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: ραχίτιδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →