-δικείο
•
- β’ συνθετικό που δηλώνει δικαστήριο αρμόδιο γι’ αυτό που εκφράζει το α’ συνθετικό Βικιλεξικό
- πταισματοδικείο, στρατοδικείο
Ετυμολογία
-δικείο < -δίκης + -είο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
-δικείο < -δίκης + -είο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →