ακάθιστος
•
- οικείοπου δε γίνεται να κάθεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, που είναι αεικίνητο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακάθιστος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀκάθιστος < ἀ- (στερητικό) + (καθίζω) καθισ- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακάθιστος | ακάθιστη | ακάθιστο |
| Γενική | ακάθιστου | ακάθιστης | ακάθιστου |
| Αιτιατική | ακάθιστο | ακάθιστη | ακάθιστο |
| Κλητική | ακάθιστε | ακάθιστη | ακάθιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακάθιστοι | ακάθιστες | ακάθιστα |
| Γενική | ακάθιστων | ακάθιστων | ακάθιστων |
| Αιτιατική | ακάθιστους | ακάθιστες | ακάθιστα |
| Κλητική | ακάθιστοι | ακάθιστες | ακάθιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →