Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακάθιστος

/aˈka.θi.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικείοπου δε γίνεται να κάθεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, που είναι αεικίνητο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακάθιστος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀκάθιστος < ἀ- (στερητικό) + (καθίζω) καθισ- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακάθιστοςακάθιστηακάθιστο
Γενικήακάθιστουακάθιστηςακάθιστου
Αιτιατικήακάθιστοακάθιστηακάθιστο
Κλητικήακάθιστεακάθιστηακάθιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακάθιστοιακάθιστεςακάθιστα
Γενικήακάθιστωνακάθιστωνακάθιστων
Αιτιατικήακάθιστουςακάθιστεςακάθιστα
Κλητικήακάθιστοιακάθιστεςακάθιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →