αλλούβιο
•
- γεωλογίαυλικό (άμμος, πέτρωμα ή χώμα) προσχώσεων ή αποθέσεων φερτών υλικών από τη ροή του νερού στους ποταμούς Βικιλεξικό
- για τη γεωλογική εποχή (ουδέτερο) ή Αλλούβια Εποχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλλούβιο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀλλούβιον (Ἀλλούβιον) < σημασία, όπως: (λόγιο δάνειο) μεσαιωνική λατινική alluvium (πλημμύρα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλούβιο | αλλούβια |
| Γενική | αλλουβίου / αλλούβιου | αλλουβίων / αλλούβιων |
| Αιτιατική | αλλούβιο | αλλούβια |
| Κλητική | αλλούβιο | αλλούβια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →