αμπελώνας
•
- αμπελουργίααγρός με αμπέλια Βικιλεξικό
- το σύνολο των αμπελοκαλλιεργειών μιας περιοχής, νήσου, διοικητικού διαμερίσματος, ή και χώρας Βικιλεξικό
- αμπελοχώραφο με πάνω από 1000 ρίζες αμπέλου, συνεπώς μεγαλύτερο από τρία στρέμματα, (νησιωτική αντίληψη) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμπελώνας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀμπελών ή (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀμπελώνας Συγχρονικά αναλύεται σε αμπέλ(ι) + -ώνας.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμπελώνας | αμπελώνες |
| Γενική | αμπελώνα | αμπελώνων |
| Αιτιατική | αμπελώνα | αμπελώνες |
| Κλητική | αμπελώνα | αμπελώνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →