Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανένδοτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου δεν υποχωρεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανένδοτος < (ελληνιστική κοινή) < ἀ- + αρχαία ελληνική ἐνδίδωμι (υποχωρώ) < ἐν + δίδωμι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανένδοτοςανένδοτηανένδοτο
Γενικήανένδοτουανένδοτηςανένδοτου
Αιτιατικήανένδοτοανένδοτηανένδοτο
Κλητικήανένδοτεανένδοτηανένδοτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανένδοτοιανένδοτεςανένδοτα
Γενικήανένδοτωνανένδοτωνανένδοτων
Αιτιατικήανένδοτουςανένδοτεςανένδοτα
Κλητικήανένδοτοιανένδοτεςανένδοτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →