αρναούτης
•
- ο μισθοφόρος πολεμιστής των Βαλκανίων ανεξαρτήτως εθνότητας Βικιλεξικό
- μεταφορικάχωρίς καλούς τρόπους, άξεστος, άγριος (θηλυκό αρναούτισσα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρναούτης < τουρκική Arnavut (ο Αλβανός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρναούτης | αρναούτηδες |
| Γενική | αρναούτη | αρναούτηδων |
| Αιτιατική | αρναούτη | αρναούτηδες |
| Κλητική | αρναούτη | αρναούτηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →