Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βερέμης

/veˈɾe.mis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοάνθρωπος καχεκτικός και αδύναμος Βικιλεξικό
    • Ήμουν νευρικός, μικρός, ιδιότροπος, ιδιόρρυθμος, αλλοπρόσαλλος, βερέμης, κλαψιάρης, παραπονιάρης, λιγόψυχος, ανυπόμονος, ατίθασος, επίμονος, πεισματάρης […].

Ετυμολογία

βερέμης < βερέμ(ι) + -ης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβερέμηςβερέμηδες
Γενικήβερέμηβερέμηδων
Αιτιατικήβερέμηβερέμηδες
Κλητικήβερέμηβερέμηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →