βουτσάς
•
- λαϊκότροποο βαρελοποιός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βουτσάς < βουτσ(ί) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βουτσάς | βουτσάδες |
| Γενική | βουτσά | βουτσάδων |
| Αιτιατική | βουτσά | βουτσάδες |
| Κλητική | βουτσά | βουτσάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →