δρόλαπας
•
- μετεωρολογίαραγδαία βροχή και χιόνι με σφοδρό άνεμο, ανεμοβρόχι Βικιλεξικό
- Δρόλαπας ( ό ) ( βροχή μεμιγμένη μετὰ χιόνος ) ἴσως ἐκ τοῦ Ὑδρολαίλαψ (Εφημερίς των Φιλομαθών, φιλολογική και της δημοσίας εκπαιδεύσεως, Έτος Ε΄, Εν Αθήναις της 28 Αυγούστου 1857, αρ. 222, στο άρθρο Φιλολογικαί σημειώσεις, 14 Αυγούστου 1857, Ν. Οικονομίδης, νομαρχιακός δημοδιδάσκαλος Λαμίας, 1857, σελ. 171) (η πρώτη διαθέσιμη αναφορά στη λέξη)
- Ονόμαζε πνιγμούς, μετρούσε θανάτους, έλεγε ναυάγια, περιουσίας χαμούς, συνέπαιρνε χαρές κι ελπίδες σαν δρόλαπας.
- Και απ’ άκρη σ’ άκρη του κάμπου φυσά ο δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξεριζώνει, χτίρια γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βίσαλα και λιθάρια σαρώνει (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η μάνα, 1900)
Ετυμολογία
δρόλαπας < δρο- (< υδρο-) + αρχαία ελληνική λαῖλαψ. Η πρώτη διαθέσιμη αναφορά στη λέξη είναι από το 1857 (δες παράθεμα).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δρόλαπας | δρόλαπες |
| Γενική | δρόλαπα | δρολάπων |
| Αιτιατική | δρόλαπα | δρόλαπες |
| Κλητική | δρόλαπα | δρόλαπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →