Εβρίτης
•
- πατριδωνυμικόαυτός που κατοικεί ή κατάγεται από τον Έβρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Εβρίτης < Έβρ(ος) + -ίτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | Εβρίτης | Εβρίτες |
| Γενική | Εβρίτη | Εβριτών |
| Αιτιατική | Εβρίτη | Εβρίτες |
| Κλητική | Εβρίτη | Εβρίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →