Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εβρίτικος

/eˈvɾi.ti.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τον Έβρο ή τους κατοίκους του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εβρίτικος < Εβρίτ(ης) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεβρίτικοςεβρίτικηεβρίτικο
Γενικήεβρίτικουεβρίτικηςεβρίτικου
Αιτιατικήεβρίτικοεβρίτικηεβρίτικο
Κλητικήεβρίτικεεβρίτικηεβρίτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεβρίτικοιεβρίτικεςεβρίτικα
Γενικήεβρίτικωνεβρίτικωνεβρίτικων
Αιτιατικήεβρίτικουςεβρίτικεςεβρίτικα
Κλητικήεβρίτικοιεβρίτικεςεβρίτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →