ιησουίτης
•
- καθολικισμόςμέλος του ρωμαιοκαθολικού μοναστικού τάγματος, το οποίο ιδρύθηκε το 1534 και ήταν γνωστό για την αυστηρή πειθαρχία των μελών του, την ακραία υπεράσπιση της πίστης τους και την εκπαιδευτική και ιεραποστολική τους δράση Βικιλεξικό
- μετωνυμίαο υποκριτικά ευσεβής, ο υποκριτικά ενάρετος Βικιλεξικό
- που ενεργεί ύπουλα και δόλια Βικιλεξικό
- που φανατίζεται με την πίστη του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιησουίτης < μεταφραστικό δάνειο από την ιταλική Gesuita ή από τη γαλλική Jésuite (ονομασία μελών του ρωμαιοκαθολικού μοναστικού τάγματος της «Εταιρείας του Ιησού»). Μορφολογικά αναλύεται σε Ιησού(ς) + -ίτης.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιησουίτης | ιησουίτες |
| Γενική | ιησουίτη | ιησουιτών |
| Αιτιατική | ιησουίτη | ιησουίτες |
| Κλητική | ιησουίτη | ιησουίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →