Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιησουιτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. θρησκείαπου αφορά το Τάγμα των Ιησουιτών ή τα χαρακτηριστικά της οργάνωσης, της διδασκαλίας και της πρακτικής του. Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου χαρακτηρίζεται από επιτηδευμένη ευσέβεια ή ηθικολογικό προσωπείο, πίσω από το οποίο υποκρύπτεται υπολογισμός ή δολιότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιησουιτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: ιταλική gesuitico ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική jésuitique < jésuite < Jésus < λατινική Iesus < ελληνιστική κοινή Ἰησοῦς < εβραϊκή ישוע (yēšū́aʿ)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιησουιτικόςιησουιτικήιησουιτικό
Γενικήιησουιτικούιησουιτικήςιησουιτικού
Αιτιατικήιησουιτικόιησουιτικήιησουιτικό
Κλητικήιησουιτικέιησουιτικήιησουιτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιησουιτικοίιησουιτικέςιησουιτικά
Γενικήιησουιτικώνιησουιτικώνιησουιτικών
Αιτιατικήιησουιτικούςιησουιτικέςιησουιτικά
Κλητικήιησουιτικοίιησουιτικέςιησουιτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →