ιησουιτικός
•
- θρησκείαπου αφορά το Τάγμα των Ιησουιτών ή τα χαρακτηριστικά της οργάνωσης, της διδασκαλίας και της πρακτικής του. Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου χαρακτηρίζεται από επιτηδευμένη ευσέβεια ή ηθικολογικό προσωπείο, πίσω από το οποίο υποκρύπτεται υπολογισμός ή δολιότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιησουιτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: ιταλική gesuitico ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική jésuitique < jésuite < Jésus < λατινική Iesus < ελληνιστική κοινή Ἰησοῦς < εβραϊκή ישוע (yēšū́aʿ)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιησουιτικός | ιησουιτική | ιησουιτικό |
| Γενική | ιησουιτικού | ιησουιτικής | ιησουιτικού |
| Αιτιατική | ιησουιτικό | ιησουιτική | ιησουιτικό |
| Κλητική | ιησουιτικέ | ιησουιτική | ιησουιτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιησουιτικοί | ιησουιτικές | ιησουιτικά |
| Γενική | ιησουιτικών | ιησουιτικών | ιησουιτικών |
| Αιτιατική | ιησουιτικούς | ιησουιτικές | ιησουιτικά |
| Κλητική | ιησουιτικοί | ιησουιτικές | ιησουιτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →