κάμπος
•
- η ανοιχτή έκταση, η επίπεδη, η πεδιάδα Βικιλεξικό
- Και απ’ άκρη σ’ άκρη του κάμπου φυσά ο δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξεριζώνει, χτίρια γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βίσαλα και λιθάρια σαρώνει (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η μάνα, 1900)
- το πεδινό μέρος (σε αντιδιαστολή προς το ορεινό) Βικιλεξικό
- αγιογραφίατο φόντο (ιδίως σε βυζαντινές εικόνες) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάμπος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κάμπος : για το φόντο εικόνων < (σημασιολογικό δάνειο) ιταλική campo ή γαλλική champ < λατινική campus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάμπος | κάμποι |
| Γενική | κάμπου | κάμπων |
| Αιτιατική | κάμπο | κάμπους |
| Κλητική | κάμπε | κάμποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →