Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάμπος

/ˈkam.bos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η ανοιχτή έκταση, η επίπεδη, η πεδιάδα Βικιλεξικό
    • Και απ’ άκρη σ’ άκρη του κάμπου φυσά ο δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξεριζώνει, χτίρια γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βίσαλα και λιθάρια σαρώνει (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η μάνα, 1900)
  2. το πεδινό μέρος (σε αντιδιαστολή προς το ορεινό) Βικιλεξικό
  3. αγιογραφίατο φόντο (ιδίως σε βυζαντινές εικόνες) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κάμπος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κάμπος : για το φόντο εικόνων < (σημασιολογικό δάνειο) ιταλική campo ή γαλλική champ < λατινική campus

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάμποςκάμποι
Γενικήκάμπουκάμπων
Αιτιατικήκάμποκάμπους
Κλητικήκάμπεκάμποι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →