καλαμάκι
•
- συνήθως πλαστικόςσωλήνας που χρησιμοποιείται για να ρουφήξουμε υγρό σε μικρές ποσότητες Βικιλεξικό
- ιδιωματικόξύλινο λεπτό στέλεχος, μέσα από το οποίο περνιούνται μικρά κομμάτια κρέας για να ψηθούν Βικιλεξικό
- ιδιωματικότο σουβλάκι που αποτελείται μόνο από κομμάτια κρέατος ψημένου Βικιλεξικό
- ένα καλαμάκι με ψωμί
- μία πίτα καλαμάκι και μία με γύρο χωρίς τζατζίκι
Ετυμολογία
καλαμάκι < καλάμι + υποκοριστικό επίθημα -άκι < μεσαιωνική ελληνική καλάμι(ν) < (ελληνιστική κοινή), υποκοριστικό του αρχαία ελληνική κάλαμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλαμάκι | καλαμάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | καλαμάκι | καλαμάκια |
| Κλητική | καλαμάκι | καλαμάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →