καλπάκι
•
- ενδυμασίαείδος καπέλου που συνηθίζεται να φοριέται στην Τουρκία και άλλες γειτονικές της χώρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλπάκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική kalpak < παλαιά τουρκικά < πρωτοτουρκική (ή < περσικά kwlʾp̄k' (kulāfak), υποκοριστικό του kwlʾp̄ (kulāf: κάλυμμα, καπάκι) )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλπάκι | καλπάκια |
| Γενική | καλπακιού | καλπακιών |
| Αιτιατική | καλπάκι | καλπάκια |
| Κλητική | καλπάκι | καλπάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →