Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλπάκι

/kalˈpa.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ενδυμασίαείδος καπέλου που συνηθίζεται να φοριέται στην Τουρκία και άλλες γειτονικές της χώρες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλπάκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική kalpak < παλαιά τουρκικά < πρωτοτουρκική (ή < περσικά kwlʾp̄k' (kulāfak), υποκοριστικό του kwlʾp̄ (kulāf: κάλυμμα, καπάκι) )

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλπάκικαλπάκια
Γενικήκαλπακιούκαλπακιών
Αιτιατικήκαλπάκικαλπάκια
Κλητικήκαλπάκικαλπάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

Καλπάκι

/kalˈpa.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χωριό στον Νομό Ιωαννίνων, έδρα του Δήμου Πωγωνίου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Καλπάκι < καλπάκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική kalpak < παλαιά τουρκικά < πρωτοτουρκική (ή < περσικά kwlʾp̄k' (kulāfak), υποκοριστικό του kwlʾp̄ (kulāf: κάλυμμα, καπάκι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΚαλπάκιΚαλπάκια
ΓενικήΚαλπακιούΚαλπακιών
ΑιτιατικήΚαλπάκιΚαλπάκια
ΚλητικήΚαλπάκιΚαλπάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →