Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καποτάς

/ka.poˈtas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαεπαγγελματίας που φτιάχνει κάπες (καπότες) Βικιλεξικό
    • Ωστόσο, διευκρινίζει ο καθηγητής, κατά το 19ο αιώνα είναι η δυτική Μεσόγειος που προσελκύει τους Συρρακιώτες καποτάδες, δεδομένου ότι η περιοχή αυτή είναι θέατρο πολεμικών συγκρούσεων και η κάπα είναι ιδιαίτερο χρήσιμο είδος για τους στρατιώτες.
    • Και μέσα στα μαγαζιά οι έμποροι μετρούσαν με την πήχη, σκίζανε χασέδες, οι μπακάληδες γέμιζαν χαρτουλίνες και μποτίλιες, οι τσαρουχάδες χτυπούσαν τα πετσιά, οι καποτάδες ράβαν καθισμένοι σταυροπόδι, ο ντελάλης φώναζε και τα μπακαλόπουλα γυρνούσαν βρόμικα και κουβαλούσανε ξυπόλητα νερό. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Η Αννιώ, 1923)

Ετυμολογία

καποτάς < καπότ(α) + -άς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαποτάςκαποτάδες
Γενικήκαποτάκαποτάδων
Αιτιατικήκαποτάκαποτάδες
Κλητικήκαποτάκαποτάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →