κονιόρδος
•
- παρωχημένοάνθρωπος που παριστάνει τον σπουδαίο (στο ντύσιμο, τη συμπεριφορά κ.ά.), τον μάγκα, και φέρεται με σνομπισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κονιόρδος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κονιόρδος | κονιόρδοι |
| Γενική | κονιόρδου | κονιόρδων |
| Αιτιατική | κονιόρδο | κονιόρδους |
| Κλητική | κονιόρδε | κονιόρδοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →