Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

Κορίνθιος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πατριδωνυμικόο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Κόρινθο, (θηλυκό Κορινθία) Βικιλεξικό
  2. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Κορινθίου) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κορίνθιος < Κόρινθος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΚορίνθιοςΚορίνθιοι
ΓενικήΚορίνθιου / ΚορινθίουΚορίνθιων / Κορινθίων
ΑιτιατικήΚορίνθιοΚορίνθιους / Κορινθίους
ΚλητικήΚορίνθιεΚορίνθιοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →