κουβαράς
•
- επάγγελμαο παρασκευαστής και πωλητής κουβαριών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουβαράς < κουβάρ(ι) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουβαράς | κουβαράδες |
| Γενική | κουβαρά | κουβαράδων |
| Αιτιατική | κουβαρά | κουβαράδες |
| Κλητική | κουβαρά | κουβαράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →