Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουτσουμπός

/ku.t͡sumˈbos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. δημοτικήπου του λείπει η κορυφή Βικιλεξικό
    • κουτσουμπό κυπαρίσσι
  2. δημοτικήπου του λείπει η άκρη (είτε η κορυφή, είτε το τέλος) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουτσουμπός < ίσως ελληνιστική κοινή κόσυμβος (ουσιαστικό: κρόσσι, είδος πόρπης, ή είδος ρούχου) < αρχαία ελληνική κοσύμβη, → δείτε και τις λέξεις κρωβύλος και ἐγκόμβωμα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουτσουμπόςκουτσουμπήκουτσουμπό
Γενικήκουτσουμπούκουτσουμπήςκουτσουμπού
Αιτιατικήκουτσουμπόκουτσουμπήκουτσουμπό
Κλητικήκουτσουμπέκουτσουμπήκουτσουμπό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουτσουμποίκουτσουμπέςκουτσουμπά
Γενικήκουτσουμπώνκουτσουμπώνκουτσουμπών
Αιτιατικήκουτσουμπούςκουτσουμπέςκουτσουμπά
Κλητικήκουτσουμποίκουτσουμπέςκουτσουμπά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →