λογοθέτης
•
- τιμητικός τίτλος που δίνεται σε λαϊκούς από το πατριαρχείο Βικιλεξικό
- αξίωμααξίωμα υψηλόβαθμου πολιτικού υπαλλήλου στο βυζαντινό κράτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λογοθέτης < λογο- + -θέτης, μεσαιωνική ελληνική λογοθέτης < ελληνιστική κοινή λογοθέτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λογοθέτης | λογοθέτες |
| Γενική | λογοθέτη | λογοθετών |
| Αιτιατική | λογοθέτη | λογοθέτες |
| Κλητική | λογοθέτη | λογοθέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →