Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λυγαριά

/li.ɣaɾˈʝa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. βοτανικήφυτό με ευλύγιστα κλαδιά που χρησιμοποιείται στην καλαθοπλεκτική Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954.

Ετυμολογία

λυγαριά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λυγαρέα < *λυγάρ(ι) + -έα < αρχαία ελληνική λυγ(ός) + -άριον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλυγαριάλυγαριές
Γενικήλυγαριάςλυγαριών
Αιτιατικήλυγαριάλυγαριές
Κλητικήλυγαριάλυγαριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →