Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μέσα

/ˈme.sa/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μεταφορικάτα σωθικά Βικιλεξικό
  2. αυτό που βρίσκεται μέσα, στο εσωτερικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μέσα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μέσα με αποβολή της κατάληξης -α και συμπροφορά με [a] που ακολουθεί όπως μέσα από > μέσ' από < αιτιατική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μέσος : Επίσης, ως επίθετο και ουσιαστικοποιημένο.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμέσαμέσα
Γενικήμέσαμέσα
Αιτιατικήμέσαμέσα
Κλητικήμέσαμέσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μέσα

/ˈme.sa/επίθετο
•
  1. εσωτερικός, ενδότερος Βικιλεξικό
    • ο μέσα τοίχος, η μέσα αυλή

Ετυμολογία

μέσα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μέσα με αποβολή της κατάληξης -α και συμπροφορά με [a] που ακολουθεί όπως μέσα από > μέσ' από < αιτιατική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μέσος : Επίσης, ως επίθετο και ουσιαστικοποιημένο.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μέσα

/ˈme.sa/επίρρημα
•
  1. στο εσωτερικό κάποιου χώρου ή αντικειμένου Βικιλεξικό
    • Όταν ήμουν μέσα στο αεροπλάνο, η κλειστοφοβία μου ήταν έντονη.
  2. με κατεύθυνση το εσωτερικό κάποιου χώρου ή αντικειμένου Βικιλεξικό
    • Βάλε τις αποσκευές μέσα στο αυτοκίνητο!
  3. σε κάποια κατάσταση Βικιλεξικό
    • Έζησε μέσα τις κακουχίες.
  4. σε κάποια χρονικά όρια Βικιλεξικό
    • Θέλω να παραδώσω την εργασία μέσα σε ένα μήνα.
  5. σε κάποια χρονική στιγμή Βικιλεξικό
    • Θα κάνω διακοπές μέσα στον επόμενο μήνα.
  6. δηλώνει συμμετοχή Βικιλεξικό
    • είναι μέσα στην ομάδα μας
  7. δηλώνει συμφωνία, κατάφαση Βικιλεξικό
    • Θες να έρθεις μαζί μας στο θέατρο; -Μέσα.

Ετυμολογία

μέσα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μέσα με αποβολή της κατάληξης -α και συμπροφορά με [a] που ακολουθεί όπως μέσα από > μέσ' από < αιτιατική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μέσος : Επίσης, ως επίθετο και ουσιαστικοποιημένο.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

Μέσα

/ˈme.sa/επίρρημα
•
  1. πρώτος όρος πολυλεκτικών τοπωνυμίων της δημοτικής που δηλώνει ότι το δεύτερο μέλος της έκφρασης βρίσκεται σε χώρο μέσα, ή στη μέσα μεριά Βικιλεξικό
    • τα Μέσα Βουνά
    • η Μέσα Μεριά
    • οι Μέσα Ποταμοί

Ετυμολογία

Μέσα (σε τοπωνύμια) < μέσα, στην από μέσα πλευρά :* Δε φαίνεται να απαντά σε σύνθεση. Κατά τον Μηλιαράκη η σημασία «ἔνδον» (μέσα) εκφέρεται «πάντοτε αυτοτελώς, ουχί εν συνθέσει». Οπως, Μέσα Βουνό (< μέσα) σε αντίθεση με τη σημασία μέση, όπως Μεσοβούνι (στη μέση του βουνού). → δείτε και τη λέξη Μεσαγρός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →