μπακιρτζής
•
- παρωχημένοκατασκευαστής μπακιριών, χάλκινων μαγειρικών σκευών Βικιλεξικό
- Ήταν δεν ήταν δέκα η ώρα, αλλά έκανε ήδη ζέστη. Έξω, άκουγα τις ρυθμικές σφυριές των μπακιρτζήδων στο παζάρι. […]
- Άνδρες, γυναίκες ξεχύθηκαν στους δρόμους, γέμισε από φωνές η αγορά, αλλά και από κάθε λογής πουλερικά και άλλα ζωντανά προς πώληση προορισμένα. […] Σιδηρουργοί, μπακιρτζήδες, πεταλωτές να φουντώνουν τις φωτιές τους, οι χτίστες στις σκαλωσιές, οι βυρσοδέψες στην αυλή τους τα δικά τους.
Ετυμολογία
μπακιρτζής < τουρκική bakırcı < bakır + -cı, μπακίρ(ι) + -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπακιρτζής | μπακιρτζήδες |
| Γενική | μπακιρτζή | μπακιρτζήδων |
| Αιτιατική | μπακιρτζή | μπακιρτζήδες |
| Κλητική | μπακιρτζή | μπακιρτζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →