Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπράτιμος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο στενός, εγκάρδιος φίλος Βικιλεξικό
  2. ο αδελφοποιτός Βικιλεξικό
    • Αδελφοποιΐα επιχωριάζει με την λέξιν αδελφωσιά : οι αδελφοποιηθέντες λέγονταν μπράτιμοι ή βλάμηδες και οι συγγενείς σταυροπατέρας, σταυρομάνα, σταυραδέλφια. (Άννα I. Παπαμιχαήλ Κουτρούμπα, Ο σταυρός στους διαφόρους κλάδους του ελληνικού εθιμικού δικαίου, Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου / Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, 1990 https://web.archive.org/web/20220626090915/http://editions.academyofathens.gr/epetirides/xmlui/handle/20.500.11855/220)
  3. οι μπράτιμοι: οι στενοί φίλοι του γαμπρού που παρίστανται στην εκκλησία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπράτιμος < (άμεσο δάνειο) βουλγαρική побратим (pobratím: όμαιμος) < брат (brat: αδερφός) < πρωτοσλαβική *bratrъ / *bratъ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰréh₂tēr (αδερφός) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπράτιμοςμπράτιμοι
Γενικήμπράτιμουμπράτιμων
Αιτιατικήμπράτιμομπράτιμους
Κλητικήμπράτιμεμπράτιμοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →