ορθολίθι
•
- λογοτεχνικόαπότομος βράχος που εκτείνεται σε κάθετη (όρθια) θέση Βικιλεξικό
- Ξαπλωμένος κατάνακρα στ’ ὀρθολίθι, τὶς πλάτες στηρίζοντας στὴ χορταριασμένη πλαγιά, ψηλαφᾷ τὰ ψαρὰ γένεια του καὶ κοιτάζει κάτω, θαλασσινὸς θεὸς ποῦ θέλει νὰ γνωρίσῃ τὸ ἀπέραντο κράτος του.
Ετυμολογία
ορθολίθι < ορθο- + λίθ(ος) + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορθολίθι | ορθολίθια |
| Γενική | ορθολιθιού | ορθολιθιών |
| Αιτιατική | ορθολίθι | ορθολίθια |
| Κλητική | ορθολίθι | ορθολίθια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →