Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανόραμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ευρεία θέα ενός τοπίου η πόλης από κάποιο ψηλό μέρος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη παρουσίαση μιας μεγάλης ιστορικής περιόδου ή γεωγραφικής έκτασης με οπτικοακουστικό υλικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πανόραμα < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική panorama < παν- + ὅραμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπανόραμαπανοράματα
Γενικήπανοράματοςπανοραμάτων
Αιτιατικήπανόραμαπανοράματα
Κλητικήπανόραμαπανοράματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →