Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρίφτης

/ˈpɾi.ftis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοιερέας, πρεσβύτερος Βικιλεξικό
    • 1784. Κατὰ μῆνα Αὔγουστον ἔκαμεν ἀγάπην ὁ Κοὺρ πασιᾶς μέ τόν υἱὸν τῆς Βελῆ πασιοῦς τόν Ἀλῆ Πασιᾶ. καί ὁ Ἀλῆ Πασιᾶς ὑπῆγε καί ἔκαυσε καὶ ἐρήμωσε τό Κακοσιούλι ὅλο, καί ἔπιασε πολλοὺς προεστούς, καί εἰς δύο τοὺς ἀπεδειξεν αυτούς, ὠς (…)τορας, διότι τὸν τζιαούσην τὸν ἔψηνε ζωντανὸν στὴν σοῦβλαν, τὸν δὲ πρίφτην ἔβανε τάς χεῖρας του καί πόδας του ἀπὸ ἕνα ἕνα ἐπάνω εἰς πέτραν, ἔπειτα τὰ ἐβαροῦσε μὲ σφύραν, καὶ οὕτως ἐτελειώθησαν.
    • Τῳόντι!… Πολὺ καλὰ λέει ὁ παπάς, ἐφώναξεν ἐγκαρδίως, μὴ δυνηθεὶς νὰ κρατηθῇ ἀπὸ τὸν ἐνθουσιασμόν του, ὁ μπαρμπα–Κυριάκος. Τὴν εὐχήν σου νά ᾽χω, Λὰλ-Πρίφτη!= λεβεντόπαπα!, από τα αλβανικά lalë = μεγαλύτερος ἀδελφός· θεῖος, μπάρμπας· ὅρος προσφώνησης πρὸς ἐπίσκοπο, καὶ prift = παπάς, < πρεσβύτερος, διὰ τῆς λατινικῆς S. E. Mann, σ. 235, 401.» Κώστας Καραποτόσογλου, Ετυμολογικό γλωσσάρι στο έργο του Παπαδιαμάντη (Αθήνα: Δόμος, 1988), σ. 60.

Ετυμολογία

πρίφτης < αλβανική prift (ιερέας, παπάς) < δημώδης λατινική prev(i)ter / preb(i)ter < λατινική presbyter < αρχαία ελληνική πρεσβύτερος (αντιδάνειο) < πρέσβυς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρίφτηςπρίφτες
Γενικήπρίφτηπριφτών
Αιτιατικήπρίφτηπρίφτες
Κλητικήπρίφτηπρίφτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →