Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρεδάρης

/pɾeˈða.ɾis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοο αγροφύλακας Βικιλεξικό
    • ΟΙ ΠΡΕΔΑΡΑΙΟΙ (ΑΓΡΟΦΥΛΑΚΕΣ). α') Η εκλογή τους. Απ' ανέκαθεν το κάθε χωριό έβαζε αγροφυλάκους για να φυλάνε τα χωράφια απ' τις ζημιές. Τους έλεγαν πρεδαραίους παλιότερα.

Ετυμολογία

πρεδάρης < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρεδάρηςπρεδάρηδες / πρεδαραίοι
Γενικήπρεδάρηπρεδάρηδων / πρεδαραίων
Αιτιατικήπρεδάρηπρεδάρηδες / πρεδαραίους
Κλητικήπρεδάρηπρεδάρηδες / πρεδαραίοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →