Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτοψάλτης

/pɾo.toˈpsal.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. εκκλησιαστικός όροςεκκλησιαστικός τίτλος, για τον πρώτο στην ιεραρχία των ψαλτών στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως (έπεται ο Λαμπαδάριος τού αριστερού χορού και έπεται ο Δομέστικος) Βικιλεξικό
  2. πρώτος ιεροψάλτης του δεξιού χορού της χορωδίας του ιερού ναού. Δίνεται σε άνδρες στους οποίους έχει προηγηθεί η χειροθεσία τους σε αναγνώστη. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωτοψάλτης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πρωτοψάλτης < πρωτο- + ψάλτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρωτοψάλτηςπρωτοψάλτες
Γενικήπρωτοψάλτηπρωτοψαλτών
Αιτιατικήπρωτοψάλτηπρωτοψάλτες
Κλητικήπρωτοψάλτηπρωτοψάλτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →