ράπτης
•
- επάγγελμαράφτης Βικιλεξικό
- Ἄλλ' ἴσως ὁ υἱός τοῦ πασᾶ ἔχει κἄνέν ἔργον ὀλιγώτερον ἐπίπονον. Μήπως εἶναι ράπτης; Ὄχι. - Πραγματευτής; - Ὄχι. - Καλαθοποιός; Ὄχι. Εἶναι λοίπὸν κουρεύς; Ὄχι ἀνέκραξεν ὁ κυφός πορφυροῦς ἐξ οργῆς. Ὄχι, σὲ λέγω. Τελείωσε πλέον τοὺς ἀνοήτους ἀστεϊσμούς σου, διότι ἀλλέως θὰ σὲ σπάσω εἰς τὸ ξύλον. (Εστία, τόμος 1-2, 1876, σελ. 297)
Ετυμολογία
ράπτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ῥάπτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ράπτης | ράπτες |
| Γενική | ράπτη | ραπτών |
| Αιτιατική | ράπτη | ράπτες |
| Κλητική | ράπτη | ράπτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →