ρολογάς
•
- επάγγελμαο τεχνίτης που επιδιορθώνει ρολόγια Βικιλεξικό
- επάγγελμαο ωρολογοποιός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρολογάς < ρολό(γ)-ι + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρολογάς | ρολογάδες |
| Γενική | ρολογά | ρολογάδων |
| Αιτιατική | ρολογά | ρολογάδες |
| Κλητική | ρολογά | ρολογάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →