σαρακοστή
•
- λαϊκότροποσύνολο σαράντα όμοιων πραγμάτων Βικιλεξικό
- Μαζευτήκαμε καμιά σαρακοστή νοματαίοι
- θρησκείαπερίοδος σαρανταήμερης νηστείας Βικιλεξικό
- πάντα νηστεύαμε στις σαρακοστές
Ετυμολογία
σαρακοστή < τεσσαρακοστή < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό τεσσαρακοστός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαρακοστή | σαρακοστές |
| Γενική | σαρακοστής | σαρακοστών |
| Αιτιατική | σαρακοστή | σαρακοστές |
| Κλητική | σαρακοστή | σαρακοστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →