σκλήθρο
•
- φυτόφυλλοβόλος θάμνος ή δέντρο, του γένους Alnus, με ωοειδή ή ελλειπτικά οδοντωτά φύλλα και με μικρά πράσινα άνθη που σχηματίζουν ίουλους Βικιλεξικό
- μικρό μυτερό κομματάκι ξύλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκλήθρο < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κλῆθρος (αρσενικό) με ανάπτυξη προτακτικού σ με συμπροφορά του άρθρου της γενικής ενικού
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκλήθρο | σκλήθρα |
| Γενική | σκλήθρου | σκλήθρων |
| Αιτιατική | σκλήθρο | σκλήθρα |
| Κλητική | σκλήθρο | σκλήθρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →